Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

H "γκρίνια" της ημέρας (14)

Με την εμφάνιση του Kindle πριν λίγες μέρες άρχισε η "γκρίνια" για το "αβέβαιο μέλλον των έντυπων βιβλίων". Το gadget αυτό μας επιτρέπει να διαβάζουμε βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή, συνδέεται στο internet και μας επιτρέπει ν' αγοράσουμε τόμους σε πολύ φτηνότερη τιμή από τους αντίστοιχους έντυπους, να διαβάσουμε online εκδόσεις και κυρίως δεν...πιάνει χώρο. Λέγεται ότι θα αποτέλεσει "ορόσημο στην εκδοτική βιομηχανία" με φανατικούς φίλους, αλλά και εχθρούς. Πέρα από την καταστροφολογία, δεν νομίζω να υπάρχει περίπτωση οι φανατικοί βιβλιόφιλοι ανά τον κόσμο να θεωρήσουν ότι θα αντικαταστήσει την αγαπημένη συνήθεια της αγοράς, της ανάγνωσης, της μυρωδιάς και της τακτοποίησης (ή αταξίας) στη βιβλιοθήκη ενός πραγματικού βιβλίου.

Ένας από τους τελευταίους είμαι κι εγώ. Αν και έχω υπολογιστή από το 1985, δεν μπορώ να διαβάσω κείμενο που ξεπερνά τις 20-30 γραμμές στην οθόνη. Χάνω τη σειρά, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ εύκολα και κουράζω τα μάτια μου προσπαθώντας να μη χαθώ στη ροή των λέξεων. Συχνότατα όταν βρίσκω κάτι ενδιαφέρον -ιδίως από τις εφημερίδες- το τυπώνω σ' ένα πρόχειρο χαρτί για να μπορέσω να το απολαύσω, να υπογραμμίσω και να κρατήσω εκεί πάνω μια γρήγορη σημείωση.

Με τίποτα δεν αλλάζει η ομορφιά, η "αγωνία" της αναζήτησης ενός βιβλίου ανάμεσα στα χιλιάδες των βιβλιοπωλείων. Η "βόλτα" σε αγαπημένα...ράφια, το κατέβασμα, η γρήγορη ματιά στο οπισθόφυλλο, το "χάζεμα" του εξώφυλλου... (έρχονται Χριστούγεννα, Πρωτοπορία - Ιανέ περίμενέ με...!), η ανάγνωση των πρώτων γραμμών... Υπάρχουν όλα αυτά στο -θαυμαστό ομολογουμένως- gagdet της cyber-εποχής;

Ακόμη και αν επικαλεστεί κάποιος το θέμα της οικονομίας χώρου (που είναι σημαντικό στα "μοντέρνα" διαμερίσματα-κλουβιά), προτιμώ μια τιγκαρισμένη βιβλιοθήκη, βιβλία ως "μπιμπελό" από δω κι από κει, παρά το απόλυτο κενό...

Το θυμήθηκα σήμερα και μετά από πολύ ψάξιμο στους σκληρούς μου δίσκους βρήκα το ακόλουθο δοκίμιο-ελεγεία με θέμα την ανάγνωση, του Σωτήρη Τριβιζά. Το παραθέτω ολόκληρο:

O αναγνώστης διαλέγει ο ίδιος τα βιβλία του... Το βιβλιοπωλείο είναι ο φυ­σικός του χώρος, το δεύτερο σπίτι του. Όταν κάποιο βι­βλίο τραβήξει την προσοχή του, το κα­τεβάζει απ' το ράφι και το ξεφυλλίζει με ανυπόμονα χέρια. Διαβάζει το οπι­σθόφυλλο, το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, κάποιες τυχαίες περικο­πές. O αναγνώστης προσέχει ακόμα τα τυπογραφικά στοιχεία, την εικόνα καί το στήσιμο του εξωφύλλου, την ποιό­τητα του χαρτιού. Μερικοί αναγνώ­στες συνηθίζουν να βυθίζουν τη μύτη τους μέσα στίς σελίδες ενός βιβλίου καί ν' απολαμβάνουν το άρωμα της τυπω­μένης μελάνης. Μολονότι αυτό γίνεται συνήθως στα κρυφά, πρέπει να σημει­ώσουμε ότι αποτελεί μία καθ' όλα νό­μιμη πράξη. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις μας, κι αυτό είναι κάτι πού το ξέρει καλά ο αναγνώστης.

Γι' αυτό ο αναγνώ­στης διαβάζει κατά μόνος στο ήσυχο περιβάλλον του σπιτιού του... O αναγνώστης διαβάζει αργά, προ­σπαθώντας να εναρμονίσει τον ρυθμό της ανάγνωσης με τους εσωτερικούς ρυθμούς της αφήγησης. Πολλές φορές απολαμβάνει δύο καί τρεις φορές την ανάγνωση κάποιας σελίδας ή αφήνεται σε μια μυστική ονειροπόληση, η οποία αποτελεί μέρος της σχέσης πού ανα­πτύσσεται μεταξύ εκείνου καί του συγ­γραφέα. O αναγνώστης έχει την ικα­νότητα να διαβάζει ακόμα καί ανάμεσα στίς γραμμές, γιατί ξέρει ότι αυτές οι μικρές σιωπές πού δημιουργούνται στα κενά της αφήγησης είναι αποκλειστικά δικός του χώρος: χώρος για να συλλογι­στεί, για να δημιουργήσει, για να ονει­ρευτεί...

O αναγνώστης ξέρει πώς ένα καλό βιβλίο πρέπει να διαβάζεται απνευστί, μέσα σε μια ιδιαίτερη κατάσταση πού λίγο απέχει από τον πυρετό ή τη μέθη. Εάν κάποιο βιβλίο, λόγω μεγέθους, δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί σε μία καί μόνη ανάγνωση, τότε ο αναγνώστης κατατρύχεται από μια παράξενη έξαψη, είναι απρόσεχτος στις καθημερινές ασ­χολίες του καί καταδιώκεται από την εμμονή ιδέα του βιβλίου. Με σπουδή βιάζεται ν' απαλλαγεί από τίς βιοτικές του μέριμνες καί να εξοικονομήσει τον απαραίτητο χρόνο για να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Αρκετοί αναγνώστες προτιμούν να θυσιάσουν τον ύπνο τους προκειμένου να τελειώσουν την ανά­γνωση ενός συγκεκριμένου βιβλίου...


O αναγνώστης αγαπά καί φροντί­ζει τα βιβλία του. Διαβάζει προσεκτικά, αποφεύγοντας να διπλώσει τη ράχη τους ή να τσακίσει τίς σελίδες τους καί συχνά αντιστέκεται στον πειρασμό να υπογραμμίσει κάποια αποσπάσματα πού του προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο, η βιβλιοθήκη του δεν αποτελεί μέρος της τυπικής επίπλωσης του σπιτιού. Είναι ένας ζωντανός χώρος, όπου συχνά συμβαίνει να βασιλεύει το χάος.


Ή ανάγνωση είναι μια τέχνη της απόλαυσης καί ως τέχνη ασκείται από τους μυημένους. Αυτοί, οι αληθινοί α­ναγνώστες, είναι οι τελευταίοι μιας φυλής πού σήμερα απειλείται με ε­ξαφάνιση. Γιατί ποιος είναι πρό­θυμος στίς μέρες μας να εντρυ­φήσει στα μυστικά μιας σχεδόν λησμονημένης τέχνης;

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2007

Το παγκόσμιο...βιβλίο

Στην ιστοσελίδα της TerraComputerata βρήκα αυτό το ενδιαφέρον link που μιλάει για...το τέλος του κόσμου. Πρόκειται για ένα...βιβλίο που τα κεφάλαιά του γράφονται από τους χρήστες του Διαδικτύου. Δίνεται το 1ο και το 25ο κεφάλαιο, η πλοκή τους είναι δεδομένη, αλλά όλα τα υπόλοιπα γράφονται από οποιονδήποτε έχει πρόσβαση στον κυβερνοχώρο. Στην ιστοσελίδα εγγραφόμαστε δωρεάν και μπορούμε να "κρίνουμε", εντός μιας προθεσμίας για κάθε κεφάλαιο, τα προτεινόμενα κείμενα. Αυτό που θα πάρει τις περισσότερες ψήφους θα προστεθεί στο "πάνθεο" των 25 ενοτήτων. 'Ετσι, αυτό το παγκοσμιοποιημένο πνευματικό δημιούργημα θα έχει 25 επίδοξους συγγραφείς. Ενδιαφέρον δεν ακούγεται;

Μου δημιουργηθήκαν κάποιες σκέψεις. Η λογοτεχνία, σιγά σιγά, τείνει προς τα εκεί; Λέτε στα ράφια των μελλοντικών (ηλεκτρονικών προφανώς) βιβλιοπωλείων να κυκλοφορούν και τέτοια μυθιστορήματα; Έχει μια γοητεία η προοπτική της δημιουργίας από ανθρώπους που πιστεύουν στην ελευθερία της έκφρασης, συν-γραφείς που δεν έχουν δει ποτέ ο ένας τον άλλο κι όμως έχουν ένα κοινό τέκνο.

Δεν θα είχε πλάκα να ξεκινήσουμε μια αντίστοιχη προσπάθεια στα ελληνικά; Ίσως στα πλαίσια της ελληνικής μπλογκόσφαιρας; Τί λέτε;

Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2007

Πώς να γράψεις

Στα πλαίσια της από των νεωτάτων χρόνων μου ματαιοδοξίας να αποτυπώνω τις σκέψεις μου στο χαρτί (ή στην οθόνη αργότερα...), διάβασα αυτές τις μέρες το βιβλίο “Πώς να γράψεις” της Μανίνας Ζουμπουλάκη.

Τη συγγραφέα την είχα γνωρίσει σ’ ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής που πήγα τυχαία το 2003. Βασικά με είχε κουβαλήσει ένας συνάδελφος με συγγραφικές ανησυχίες. Αυτός τουλάχιστο όλο και κάτι έγραφε, εγώ παρέμενα στις ανησυχίες. Μου είχε κάνει εντύπωση τότε η αμεσότητά της, η μη-δασκαλίστικη διάθεσή της, φαινόταν σαν να βαριέται, ενώ όλοι περιμέναμε τις μυστικές συμβουλές της για να μην παραμείνουμε επίδοξοι συγγραφείς (αναθεμά μας...).

Κάπως έτσι είναι γραμμένο και το βιβλίο της. Με ύφος παρέας, γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, σαν να κουβεντιάζει με τον αναγνώστη, χρησιμοποιώντας καθημερινή γλώσσα (θα κάτσω να μετρήσω το “γάμησέ τα”), χωρίς περισπούδαστες υποδείξεις.
Τί πρέπει να κάνει κάποιος για να γίνει συγγραφέας; Κατ’ αρχήν να διαβάζει πολύ. Όχι μόνο βιβλία, αλλά και περιοδικά, εφημερίδες, δοκίμια για να ανακαλύψει το ύφος και την τεχνοτροπία του κάθε είδους, για να μπορέσει (ίσως) να διαμορφώσει έτσι το προσωπικό του στυλ. Στην συνέχεια πρέπει να γράφει συνεχώς. Να κρατά σημειώσεις για μια κουβέντα που άκουσε, για μια ιδέα που του ήρθε την ώρα που ήταν στην τουαλέτα, για ένα παρελθόν που νόμισε ότι σβήστηκε από την μνήμη.

Προτείνει μια σειρά από ασκήσεις. Ενδεικτικά: α) γράψε ό,τι σου έρθει στο κεφάλι με καταιγιστικό ρυθμό, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει κάποιο νόημα, β) περιέγραψε μια ανάμνηση της παιδικής σου ηλικίας, γ) περιέγραψε μια φωτογραφία. Γιατί ασκήσεις; Γιατί υποστηρίζει, και συμφωνώ απολύτως, πως το γράψιμο δεν είναι μόνο ταλέντο, κυρίως μαθαίνεται. Δεν μπορείς να μάθεις μπουζούκι κοιτώντας του, πρέπει να τσούξουν λίγο τα δαχτυλάκια σου. Επιμένει πως η συγγραφή ενός βιβλίου δεν είναι "κατασκευή", αλλά δημιουργία. Είναι αφήγηση γεγονότων που εμπλουτίζεται, όταν χρειάζεται, με διαλόγους, για να γίνει η πρόζα πιο ζωντανή, πιο ελκυστική για τον αναγνώστη.

Στο βιβλίο αναφέρει πολλές "τεχνικές" λεπτομέρειες για τη χρήση των συστατικών της γλώσσας, ουσιαστικών, επιθέτων, επιρρημάτων, παρομοιώσεων και όλων αυτών που συνθέτουν ένα κείμενο. Η κεντρική ιδέα πως όλα αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται με μέτρο. Η υπερβολική (συχνά προσποιητή) χρήση τους μάλλον κουραστική είναι παρά λογοτεχνική.

Στην εύλογη απορία που έχουμε όλοι μας για τον τρόπο της γραφής απαντά αφοπλιστικά λέγοντας πως "γράφεις όπως μιλάς", τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο, όπως συμβαίνει και στον προφορικό λόγο, και "ανοίγεις κουβέντα" με το λευκό χαρτί ή με την άδεια οθόνη. Μου αρέσει αυτή η σκέψη και την εφαρμόζω αυτές τις μέρες στις καταχωρήσεις του blog.

Αυτό που χαρακτηρίζει ένα συγγραφικό πόνημα, κατά τα λόγια της συγγραφέως πάντα, είναι ο νταλκάς του συγγραφέα. Αυτό το "κάτι" που κάνει τη διαφορά και κάνει τον αναγνώστη να μη θέλει ν' αφήσει το βιβλίο από τα τα χέρια του. Κάποιος μπορεί να γράψει επειδή έχει νταλκά, όχι επειδή θέλει να βγάλει λεφτά ή είναι ψώνιο. Ο συγγραφέας εκτίθεται, βγάζει τα μύχια της ψυχής, αφήνει την πένα του ελεύθερη να κινηθεί σχεδόν μόνη της πάνω στο χαρτί. Δε θέτει δικαιολογίες, ούτε υπεκφεύγει, όλα αυτά κάνουν ένα βιβλίο να ξεχωρίζει. Θα με ρωτήσετε δικαιολογημένα: "εσύ έχει νταλκά;" Όχι, αλλά άμα αρχίσω να γράφω (αμήν και πότε) μπορεί να μου βγει και τότε θα εμφανιστεί το επόμενο μεγάλο best seller στις προθήκες των βιβλιοπωλείων!

Τελειώνοντας, το βιβλίο απαντά στο ερώτημα της έλλειψης χρόνου. Η Ζουμπουλάκη αναφέρει πως σχεδόν κανένας συγγραφέας δεν είναι αποκλειστικής απασχόλησης, όλοι ασκούν κάποιο επάγγελμα και παράλληλα γράφουν. Παραθέτω αυτούσιο ένα μικρό, άκρως συγκινητικό, απόσπασμα:

Το επιχείρημά μου είναι το εξής: για κάθε συγγραφέα που είναι μόνο συγγραφέας, υπάρχει κι ένας συγγραφέας που κάνει παράλληλα κάποια άσχετη δουλειά για να ζήσει. Το γράψιμο σ' αυτές τις περιπτώσεις γίνεται καταφύγιο, το κομμάτι της ζωής σου στο οποίο κλείνεσαι και λειτουργείς πιο ζωντανός από οπουδήποτε αλλού, σαν ένα προσωπικό λούνα-παρκ, ένας είδος ναρκωτικού, ένα μόνιμο ταξίδι αναψυχής που δεν μπορείς να κάνεις χωρίς αυτό. Τέλος, αν είσαι σε αδιέξοδο και γράψεις για τη δουλειά που γνωρίζεις απ' έξω και ανακατωτά επειδή τη βιώνεις καθημερινά, είναι βέβαιο ότι θα γράψεις ένα πολύ καλό κείμενο...

Σκέτη μαγεία...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

"Ασεβές" μυθιστόρημα...

Καιρό είχα να γελάσω με κάποιο βιβλίο όσο γελάω αυτές τις μέρες που μου δάνεισαν το "Φάδερ ημών" του Μάνου Βουράκη. Ένα "ασεβές" μυθιστόρημα που αφορά σε μια εντελώς διαφορετική οπτική της Δευτέρας Παρουσίας. Της επιστροφής του Θεανθρώπου (όχι του Ιησού, αλλά του δευτερότοκου γιου του Θεού με το υποκοριστικό Τζες!) στη γη που έχει βυθιστεί στην ακολασία, στις αμαρτωλές ατραπούς του Διαδικτύου, στις πιστωτικές κάρτες και στις trendy επιταγές της μόδας.
Ο Χριστός κατεβαίνει στη γη να μας βάλει μυαλό έχοντας, για ακόμη μια φορά, έντονα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αδυναμίες και διάθεση να νουθετήσει τα απολωλώτα πρόβατα της οικουμένης.
Η φαντασία του Βουράκη είναι απίστευτη, μία παρωδία άνευ προγουμένου που δημιουργεί απορίες το γεγονός ότι πέρασε απαρατήρητη από την αρχιεπισκοπή (τουλάχιστο δεν έχει πέσει υπόψη μου κάποια αντίδραση...). Χρησιμοποιεί έντονα μοντέρνα γλώσσα, έως αργκό, παρερμηνεύει τις γραφές και εντέλει γελοιοποιεί(;;) την αγωνία που έχουν οι άνθρωποι για την επιστροφή του Θεού στη γη. Αν και κατά στιγμές η μόνιμη παρωδία κουράζει, δεν παύει ν' αποτελεί ένα διασκεδαστικό ανάγνωσμα. Θυμίζει κατά πολύ τις ταινίες με πρωταγωνιστή τον Leslie Nielsen...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

Χάρηκα πολύ όταν διάβασα ότι το φετινό Νόμπελ λογοτεχνίας πήγε στα χέρια του Ορχάν Παμούκ, του Τούρκου συγγραφέα που ζει στην Κωνσταντινούπολη. Χάρηκα γιατί η επιτροπή των βραβείων αναγνώρισε το έργο ενός συγγραφέα που έχει κυνηγηθεί αμείλικτα στο παρελθόν από το τουρκικό καθεστώς.
Οι δηλώσεις που έκανε σε μια ελβετική εφημερίδα για τη γενοκτονία των Αρμενίων από τα τουρκικά στρατεύματα, όπως και για την επεκτακτική πολιτική της χώρας του εναντίον των Κούρδων, είχαν σαν αποτέλεσμα να μηνυθεί από το καθεστώς, να οδηγηθεί στα δικαστήρια και φυσικά να...αθωωθεί.
Πολλοί είπαν πως σε άλλες εποχές η καταδίκη του θα ήταν σχεδόν σίγουρη. Αλλά μπροστά στην "ευρωπαϊκή προοπτική" της γειτονικής χώρας, για να δείξει ότι...σέβεται την ελευθερία της γνώμης και του λόγου, το δικαστήριο αθώωσε τον κ. Παμούκ.

Σαν συγγραφέα τον γνώρισα όταν επιστρέφοντας, πέρσι το καλοκαίρι, από μια εκδρομή στην Πόλη, έπεσε συμπτωματικά στα χέρια μου το βιβλίο του "Ιστανμπούλ" (Εκδόσεις Ωκεανίδα) που με ταξίδεψε για ακόμη μία φορά στα σοκάκια του Καπαλί Τσαρσία, στην Αγιά Σοφιά, στο ηλιοβασίλεμα του Βοσπόρου.
Είναι το μοναδικό βιβλίο του που έχω διαβάσει, διακρίνεται από μια -όχι στενάχωρη- μελαγχολία, συνδυασμένη με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία για μια πόλη που δεν εγκατέλειψε ποτέ, παρά μόνο για τρία χρόνια που έζησε στη Νέα Υόρκη

Η επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα

Σελίδα του BBC που αναφέρεται στη δίκη του

Καταχώρηση στο Wikipedia

Πέμπτη, Αυγούστου 10, 2006



Τελειώνουν οι "διακοπές"...Θ' αναρωτιέστε προς τι τα εισαγωγικά. Όντας εκπαιδευτικός η δίμηνη ραστώνη μου φαίνεται κάτι παραπάνω από αρκετή. Και φέτος, όπως και κάθε καλοκαίρι, εάν εξαιρέσω μια εβδομάδα θάλασσας, όλες οι υπόλοιπες μέρες μου πέρασαν με λογοτεχνία, ταινίες και άφθονο, συχνά ανούσιο, σερφάρισμα στο διαδίκτυο. Διάβασα, διάβασα (και διαβάζω) μέχρι σημείο που ένιωσα πως το μυαλό μου δεν μπορεί ν' αφομοιώσει ούτε μία παραπάνω λέξη. Ένιωσα να περιβάλλομαι από χαρακτήρες, κόσμους, φύσεις μεταξύ φανταστικού και πραγματικού που συχνά ανοιγόκλεινα τα μάτια μου μήπως και δεν ανήκω σ' αυτή τη γη, αλλά κινούμαι αιωρούμενος σε άλλες διαστάσεις.

Πολλές και ποικίλες οι εντυπώσεις μου από τα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου τους τελευταίους δύο μήνες. Άλλα με συνάρπασαν, άλλα με θύμωσαν, μερικά τα παράτησα στη μέση μη αντέχοντας να βάλω τον εαυτό μου στη διαδικασία φτάσω αγκομαχώντας στο τέλος. Μπορεί να μεγαλώνω και οι υπομονές μου να μην είναι πλέον αρκετές....

Θ' αναφερθώ σε ένα μόνο αναλυτικά. Από κυριακάτικη εφημερίδα, σε φτηνή έκδοση, διάβασα τον "Επίμονο Κηπουρό" του John Le Care. Είχα δει πρόσφατα την κινηματογραφική του μεταφορά, η οποία ήταν μία από τις καλύτερες ταινίες που είδα τα τελευταία χρόνια. Με συνάρπασε, με συγκίνησε, με θύμωσε. Ιδανικός συνδυασμός. Το βιβλίο, όπως γίνεται συνήθως, σαφώς ανώτερο. Αν και ο σεναριογράφος σεβάστηκε το πρωτότυπο κείμενο, ακολούθησε κατά γράμμα τις πιο σημαντικές στιγμές της πλοκής, χωρίς να αλλάξει την ιστορία ούτε στο παραμικρό. Δεν είχα διαβάσει ποτέ μέχρι σήμερα Le Care. Διαπίστωσα πως πρόκειται για μεγάλο συγγραφέα.

Δεν ξέρω αν ανήκει αμιγώς στην κατηγορία του "αστυνομικού", όπως πολλοί τον εντάσσουν, όμως τα βιβλία του είναι άκρως ψυχογραφικά, γεμάτα πάθος και συγκίνηση, αποτελούμενα από ήρωες σχεδόν καθημερινούς, ανθρώπους που ίσως συναντούμε συχνά χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη δύναμη και την ποιότητά τους.
Φαίνεται επίσης ότι είναι ένας συγγραφέας-ερευνητής που ψάχνει ενδελεχώς το θέμα που θέλει να πραγματευτεί, χωρίς βέβαια να περιορίζει καθόλου το εύρος της φαντασίας του.
Η ιστορία περίπου έχει ως εξής: Η Τέσα Κουέιλ, σύζυγος του διπλωμάτη Τζάστιν Κουέιλ, δολοφονείται άγρια στην Κένυα. Πίσω μάλλον από το θάνατό της κρύβονται οι φαρμακοβιομηχανίες-κολοσσοί που δοκιμάζουν -παράνομα- νέα φάρμακα στον ταλαιπωρημένο λαό της Κένυας χρησιμοποιώντας τον, εν αγνοία του, ως πειραματόζωο. Ο Τζάστιν, φλεγματικός βρετανός, αναλαμβάνει να συνεχίσει το έργο της γυναίκας του, ερχόμενος σε σύγκρουση με το κατεστημένο και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

Αφορισμοί & σκοταδισμός

Η εκκλησία της Ελλάδος εξέδωσε δελτίου τύπο - ανακοίνωση με αφορμή την προβολή, την ερχόμενη, εβδομάδα της πολυσυζητημένης ταινίας "Κώδικας Da Vinci" βασισμένη στο ομώνυμο ευπώλητο(best seller) βιβλίο του Dan Brown.

Με βάση τα λεγόμενα της εκκλησίας, το εν λόγω τερατούργημα της λογοτεχνίας είναι κατάπτυστο διότι θίγει τα κεκτημένα, την Καινή Διαθήκη και εν τέλει την πίστη των απανταχού χριστιανών. Βέβαια, στα πλαίσια της "δημοκρατικής" της ιδεολογίας προτρέπει όσους "αυτοβούλως"(!!) ενδιαφέρονται να δουν την ταινία για να διαπιστώσουν από μόνοι τους τα "ανιστόρητα μυθεύματα και το καταγέλαστο περιεχόμενο" της.

Διάβασα το βιβλίο του Dan Brown, εδώ και πολύ καιρό. Δε αποτελεί σε καμία περίπτωση δείγμα υψηλής λογοτεχνίας. Είναι μια μυθοπλασία βασισμένη σε κείμενα (έστω αιρετικά) που έχουν γραφτεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ο κάθε συγγραφέας έχει δικαίωμα να γράψει ό,τι θέλει, φτάνει να σέβεται το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Ο Brown δε νομίζω να ήθελε να προσβάλλει κανένα χριστιανό ανά τον πλανήτη. Απλά χρησιμοποιώντας κάποιες πηγές (αμφιβόλου γνησιότητας, συμφωνώ) αναπτύσσει ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα που αγαπήθηκε από 50.000.000 περίπου αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αν κάποιοι επιμένουν να βλέπουν παντού συνωμοσίες, μασονικές στοές, σατανικές δυνάμεις που έχουν βαλθεί να σαρώσουν το στέρεο οικοδόμημα της Ορθοδοξίας μάλλον κάνουν λάθος. Σε τελική ανάλυση περισσότερη δωρεάν διαφήμιση δεν μπορούσαν να προσφέρουν κάνοντας τους αιθουσάρχες να τρίβουν με ικανοποίηση τα χέρια τους από τώρα για τα κέρδη που θα τους αποφέρει η ταινία.

Και ερωτώ: γιατί η εκκλησία που απευθύνεται "προς τον λαόν" με τόσο ζήλο (όπως και παλιότερα με τον Scorcese και τον Καζαντζάκη) δε λέει τίποτα για την καθημερινή κατάντια της ελληνικής τηλεόρασης; Οι ιεράρχες δε βλέπουν το μεσημέρι τηλεόραση; Δεν ντρέπονται με τη λανθάνουσα τσόντα, σε ακατάλληλες ώρες, με το ξεκατίνιασμα και τη ξεφτίλα;


Μήπως, λέω μήπως, τους βολεύει το χαμηλό επίπεδο; Μήπως αυτού του είδους η "πνευματική τροφή" του λαού τον κρατά σε χαμηλό επίπεδο, επιτρέποντας έτσι τους κυβερνώντες να περνούν άκριτα τη γραμμή τους και τα πιστεύω τους; Εάν ξυπνήσει ο λαός και αρχίσει "να την ψάχνει" μήπως τους ρίξει κάτω από το χρυσό θρόνο τους;

Θυμάμαι χαμογελώντας τον Ανδρουλάκη να ευχαριστεί όλους όσους αντέδρασαν στην έκδοση του "αιρετικού" του βιβλίου, λέγοντας πως οι πωλήσεις του ξεπέρασαν κάθε αναμενόμενη εκτίμηση (μέχρι να αποσυρθεί...). Στο μυαλό μου σχηματίζεται η εικόνα του Dan Brown να κολυμπάει σε μια θάλασσα δολαρίων από τη διαφήμιση των απανταχού "σωτήρων"...

Μόλις τελείωσα τη "Μητέρα Στάχτη" του Αλέξη Σταμάτη. Μία εβδομάδα από τη ζωή μιας διαλυμένης οικογένειας που συγκεντρώνεται για τις γιορτές του Πάσχα στην ειδυλλιακή Σαντορίνη.
Ο πατέρας δυνάστης, μέθυσος, γυναικάς, εριστικός. Η γυναίκα του, η Επιφανία, βαθιά θρησκευόμενη, υπομονετική, δέχεται στωικά τις βαρβαρότητες του άντρα της. Τρία παιδιά, που χάραξαν διαφορετική πορεία το καθένα. Ο Μηνάς, ο μεγαλύτερος, μόνιμα εχθρικός στον πατέρα του, διεκδικεί κομμάτι από την τεράστια περιουσία του. Η Ρηνιώ (από το Αστρινιώ!), επιτυχημένη φτογράφος ζει στο Μόναχο. Ο Άλκης, ο βενιαμίν, νέος επιστήμονας, γιατρό, ο πιο ορθολογικός απ' όλους.
Οι οικογενειακές εντάσεις γίνονται εντονότερες, όταν η Επιφανία εξαφανίζεται ("αποσύρεται"), όταν ένα βράδυ, μετά από έναν έντονο καυγά με το σύζυγό της, κλειδώνεται στην κάμαρά της και την άλλη μέρα βρίσκουν τα...αποκαϊδια της, τη στάχτη της.
Η ιστορία αποκτά μυστηριακό (έως αστυνομικό) χαρακτήρα, ένα θρίλες με απρόοπτες εξελίξεις, με δευτερεύοντα πρόσωπα να παίζουν το δικό τους, καταλυτικό ρόλο στην πλοκή.
Ο Σταμάτης παίζει με το σασπένς, τη ψυχογραφία και την ήρεμη εξέλιξη της ιστορίας, χωρίς αφηγηματικά κενά ή υπερβολικά κουραστικές περιγραφές. Και όλα αυτά με φόντο το μαγευτικό ηφαιστειακό τοπία της Σαντορίνης.

Διαβάζεται απνευστί...

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

Περί συγγραφής...

O Stephen King δεν είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Παλιότερα είχα διαβάσει πολλές από τις ιστορίες του (Η Λάμψη και το Κάρι -το πρώτο του, κατά την ταπεινή μου άποψη είναι τα κορυφαία του), αλλά από ‘κει και πέρα δεν μπορώ να πω ότι είμαι ενθουσιώδης οπαδός του έργου του.

Tο "Περί συγγραφής" του Stephen King μπήκε στο ράφι, ολοκληρωμένο απνευστί σε τρεις μέρες. Εμπνευσμένο βιβλίο. Ένας καταξιωμένος συγγραφέας οικειοποιείται με εμάς τους αδαείς, ματαιόδοξους περιστασιακούς γραφιάδες ημερολογίων (και τώρα τελευταία blogs), τα μυστικά της τέχνης του. Ποια μυστικά; Τα αυτονόητα. Για να γράψεις καλά, δεν πρέπει να σταματάς να γράφεις και να διαβάζεις ποτέ. Το δεύτερο είναι σίγουρο πως το κάνω, ιδίως τον τελευταίο καιρό, που φανατικά βυθίζομαι σε αναγνώσεις τριών τεσσάρων βιβλίων συγχρόνως. Ταυτόχρονα, γράφω ένα σωρό ανοησίες εδώ και στο δικτυακό μου blog, που ελπίζω να μπορέσω να το διατηρήσω αυτή τη φορά. (Είχα προσπαθήσει στο παρελθόν να ξεκινήσω δικτυακά ημερολόγια, αλλά λόγω μη συχνής ενημέρωσης -ελπίζω όχι λόγω ποιότητας- καταργήθηκαν από τους υπεύθυνους των σχετικών ιστοσελίδων).
Ο πολυδιαβασμένος King, λοιπόν, στην ερώτηση για το τί να γράψει κάποιος, ποιο να είναι το θέμα του, δίνει την εξής απλή (όχι απλουστευτική) απάντηση: ?ό,τι θέλετε?. Μας παροτρύνει να πιάσουμε το μολύβι ή το πληκτρολόγιό μας και ν’ αρχίσουμε να εξιστορούμε όλα όσα μας έρχονται στο κεφάλι. Πέρα από τις τεχνικές επεξηγήσεις της γραφής (επιρρήματα, παράγραφοι, αφήγηση) το παραπάνω ανάγνωσμα είναι άκρως απολαυστικό, ιδίως όταν περιγράφει με αυτοσαρκαστικό τρόπο, τις απέλπιδες προσπάθειες του συγγραφέα, στα πρώιμά του χρόνια, να γίνει γνωστός με αυτό που νόμιζε, τότε, ότι κάνει καλύτερα: να γράφει.

Ίσως αυτό κάνω κι εγώ εδώ πέρα. Προσπαθώ να γράψω ένα ημερολόγιο, αυτοβιογραφικό, διανθίζοντάς το, με πολλά φανταστικά στοιχεία γύρω από τα πραγματικά γεγονότα που συμβαίνουν στην ενδιαφέρουσα (το εννοώ και ας με πουν κάποιοι αλαζόνα) ζωή μου. Το κακό είναι πως, αν και ξεκινάω κάθε καταχώρηση με πολλή όρεξη, αρχίζω και ζορίζομαι για το πως να συνεχίσω τις περιγραφές μου. Αυτό που λέει ο King είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να προσπαθήσουμε πολύ περισσότερο. Να μη σταματήσουμε, αλλά να συνεχίσουμε το γράψιμο όσο ασυνάρτητο και να είναι το αποτέλεσμα. Αργότερα, και αφού έχουμε ηρεμήσει, θα βρούμε μέσα στο σωρό των συγγραφικών μας σκουπιδιών, εκείνα τα ψήγματα που γύρω τους μπορούμε να χτίσουμε τη συνέχεια της ιστορίας μας.

Κανείς δεν επιδιώκει, ούτε εγώ φυσικά, να εκδόσει τις ιστορίες του. Δεν μπορώ όμως να αντισταθώ στο σαγηνευτικό σφυροκόπημα των πλήκτρων κάθε φορά που προσπαθώ να συντάξω ένα ακόμη ανούσιο post...

Η ανάγνωση της...ημέρας

Σήμερα το μεσημέρι παρέλαβα το βιβλίο "Ζωή" του Αλέξη Σταμάτη και αυτή την ώρα μόλις το...τελείωσα. Το παθαίνω τελευταία, όταν με συναρπάζει ένα ανάγνωσμα να μην μπορώ να το αφήσω από τα χέρια μου. Έτσι έγινε και με τις 130 σελίδες περίπου του παραπάνω διηγήματος. Μια ιστορία που αφορά τις σχέσεις πέντε ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με φανερούς, αλλά κυρίως με αφανείς-μυστικούς δεσμούς. Οι τελευταίοι αποκαλύπτονται στη διάρκεια ενός δείπνου, εν μέσω μιας καταρρακτώδους βροχής, που τονίζει ακόμη περισσότερο τη δραματικότητα των γεγονότων, ακόμη και των διαλόγων. Όλα όσα περιγράφονται στις σελίδες του βιβλίου, διαρκούν περίπου τρεις ώρες. Φαινομενικά λίγες, αλλά αρκετές για να έρθουν τα πάνω κάτω.

Μου αρέσουν τα βιβλία που η πλοκή τους εξελίσσεται σε κλειστούς χώρους. Ένα συμβατικό διαμέρισμα, ένα δείπνο, έξυπνοι διάλογοι. Δίνεται κυρίως έμφαση στις σχέσεις των πρωταγωνιστών, στις μεταξύ τους συζητήσεις (αποκαλύψεις), που τελικά οδηγούν στη δραματική κορύφωση, που έτσι κι αλλιώς, τις περισσότερες φορές, οδηγούν τα ανομολόγητα μυστικά. Μια ιστορία, βγαλμένη από τη ζωή, δομημένη άψογα από την έμπειρη πένα του Αλέξη Σταμάτη.

Για τον Αλέξη Σταμάτη έχω διαβάσει πολλά θετικά σχόλια σε βιβλιοκριτικές, αλλά μέχρι σήμερα δεν είχε πέσει κάποιο έργο του στα χέρια μου. Η πρώτη μου επαφή μαζί του ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου και στις περιγραφές των κριτικών (που συχνά δε με βρίσκουν σύμφωνο).

Στην ουρά με περιμένει η "Μητέρα Στάχτη" του ιδίου. Μου φαίνεται, μιας και δεν έχω ύπνο σήμερα, να το βάλω μπρος...

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2006

Νέα αποκτήματα...

Τις προάλλες πρόσθεσα ακόμη δύο βιβλία στη βιβλιοθήκη μου. "Μη μ' αφήσει ποτέ" του Ισιγκούρο, που έγραψε κάποτε "Τα απομεινάρια μιας ημέρας" (έγινε και ταινία με Άντονι Χόπκινς και Έμα Τόμσον). Το καινούριο του δημιούργημα διαδραματίζεται ως φλας μπακ της ζωής τριών συν-οικοτρόφων. Η ηρωίδα, η Κάθυ, αναπολεί τις μέρες που πέρασε με τη Ρουθ και τον Τόμυ στο οικοτροφείο του Χέιλσαμ και μέσω των αναμνήσεων ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές της μέχρι σήμερα πορείας τους. Για να είμαι ειλικρινής, δεν με έχει ενθουσιάσει προς το παρών.

"Η θάλασσα" είναι το τελευταίο βραβευμένο με Booker μυθιστόρημα του Ιρλανδού Τζων Μπάνβιλ. Δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο του και είμαι αρκετά διστακτικός με τα βιβλία που βραβεύονται. Για το συγκεκριμένο, όμως, διάβασα διθυραμβικές κριτικές και είπα να το αγοράσω. Όταν το αρχίσω θα ενημερώσω το blog μου.
Κάποτε σύνηθιζα να διαβάζω δύο & τρία βιβλία μαζί. Τον τελευταίο καιρό το αποφεύγω, μάλλον αρχίζω να μεγαλώνω και μπερδεύω τις υποθέσεις, τους ήρωες, τις εικόνες, την πλοκή με αποτέλεσμα να μη ξέρω τι ακριβώς έχω διαβάσει και σε ποιο!!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2006

Περί ανάγνωσης...

Δε μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου χωρίς τη συντροφιά ενός βιβλίου. Από πολύ μικρός "ρουφούσα" κυριολεκτικά ότι μπορούσε να διαβαστεί. Παιδικά, Βερν, Οι 5 φίλοι, Οι μυστικοί εφτά... Μεγαλώνοντας το έριξα στην υψηλή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη, αν και νομίζω ότι ακόμη και τώρα ψάχνω να προσδιορίσω τους λογοτεχνικούς μου προσανατολισμούς. Μου άρεσουν οι νεοέλληνες, ανακαλύπτω νεαρά παιδιά -ίσως μικρότερα κι από μένα- να κάνουν τα προώρα δειλά τους βήματα στα δύσβατα χωράφια της συγγραφής. Φυσικά, έχω διαβάσει πολύ τους κλασσικούς, ιδίως του έλληνες. Λατρεύω τον Καραγάτση για παράδειγμα.

Η "Μεγάλη Χίμαιρα" νομίζω πως είναι ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα.
Το μόνο "κακό" που έχουν τα βιβλία είναι πως...πιάνουν χώρο!!! Δεν ξέρω που να τα βάλω πλέον. Έχουν γεμίσει όλα τα κενά των βιβλιοθηκών μου, τραπεζάκια, ακόμη και τα κομοδίνα δίπλα στο κρεβάτι μου.
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζω απνευστί, ξενυχτώντας συχνά με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να σέρνομαι στη δουλειά. Όμως είμαι ευτυχισμένος που προστέθηκε ακόμη μία συναρπαστική λογοτεχνική διαδρομή στο μυαλό μου. Από την άλλη τυχαίνει, να μη μπορώ να συνεχίσω κάποιο... Διαβάζω καμιά πενηνταριά σελίδες και αν δω ότι δεν έχει αυτό το "κάτι" που με κάνει να μη θέλω να το αφήσω το βάζω στην άκρη...ίσως για να προσπαθήσω αργότερα ή ακόμη και ποτέ. Από τα τελευταία δεν έχω βέβαια αρκετά, αλλά υπάρχουν κάποια που στολίζουν τη βιβλιοθήκη μου.

Σήμερα, είμαι τρομερά νυσταγμένος. Ο λόγος όχι το "τσίκνισμα" της χθεσινής γιορτής (αποφεύγω να βγαίνω ημέρες που οι ορδές των δήθεν στερημένων κατακλύζουν τα πάντα), αλλά ένα βιβλίο που το διάβαζα χθες όλη τη νύχτα. "Οι άγριοι αριθμοί" ο τίτλος του. Περιγράφει με γλαφυρότατο τρόπο την προσπάθεια ενός μαθηματικού να αποδείξει ένα θεώρημα, καθώς και τον ανταγωνισμό της μαθηματικής ερευνητικής κοινότητας. Διασκεδαστικό και αρκετά φιλοσοφημένο...Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2006

DaVinci

Αντιγράφω από "ΤΑ ΝΕΑ":
* Κάπου χίλια αντίτυπα του «Κώδικα Ντα Βίντσι» έχουν μαζέψει από τα βαγόνια των επιβατών οι υπάλληλοι του Γιουροστάρ, του τρένου που περνάει υποθαλάσσια τη Μάγχη. Τι ακριβώς συμβαίνει; Το διαβάζουν και δεν τους αρέσει, οπότε το αφήνουν; Νιώθουν ότι είναι ένα βιβλίο που τους ψυχαγωγεί μεν, κρατώντας τους συντροφιά στο ταξίδι, αλλά δεν χρειάζεται να το κρατήσουν στη βιβλιοθήκη τους; Δεν μπορεί να δώσει κανείς μια σίγουρη απάντηση. Αυτό όμως που αποδεικνύεται από τους «νταβίντσηδες» του τρένου είναι ότι πολυάριθμοι αναγνώστες του Νταν Μπράουν περνούν τη Μάγχη ακριβώς για να ακολουθήσουν την πορεία του βιβλίου, από το Παρίσι στο Λονδίνο! Όταν το συνειδητοποίησαν αυτό οι υπεύθυνοι της εταιρείας, κατάλαβαν ποιο έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα τους. Και έγιναν χορηγοί της ταινίας που εμπνέεται από το βιβλίο και η οποία πρόκειται να βγει στις αίθουσες σε λίγους μήνες. Καλά, το Λούβρο πώς δεν το σκέφτηκε;

Ε, καλά δε μιλάμε για υψηλή λογοτεχνία, το διαβάζω και το πετάω, όπως έχω κάνει εγώ. Διάβασα όλα τα βιβλία του κ. Brown. Απνευστί, χωρίς σκέψεις, απλά για να περάσω ανάλαφρα την ώρα μου. Ο δαιμόνιος συγγραφέας βρήκε την κότα με τα χρυσά αυγά και έγινε ζάπλουτος. Συστατικά που κάνουν ένα επιτυχημένο ευπώλητο;; (best seller). Σασπένς, αίμα, ίντριγκες, λίγο έρωτας και η συνταγή άκρως επιτυχημένη.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί η λογοτεχνική αξία του με τους κλασσικούς -έλληνες & ξένους- ή ακόμη και με μοντέργους συγγραφείς.Εξάλλου, τα σημεία των καιρών δείχνουν τάση του "αναγνωστικού" κοινού προς βιβλία που περιγράφουν συνωμοσίες, ιστορικά μυστήρια, ακόμη και αμφισβητήσεις προαιώνιων αξιών. Πώς να το κάνουμε...Μας εξιτάρουν οι αμφισβητήσεις.
Η μόδα της συνομωσιολογίας έχει παντού οπαδούς....